Απόσπασμα από βιβλίο που δεν γράφτηκε ποτέ.
«Άλλαξε η Στέλλια……………… Έγινε σκληρή με τον άντρα της με τα παιδιά της, λογάριαζε και παζάρευε σκληρά το κάθε τι και για τις αποφάσεις που έπαιρνε δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν.
Για τη ζωή που άφησαν στη Μανησιά ποτέ δεν ξαναμίλησε κι’ όταν αργότερα άκουγε άλλους πρόσφυγες να κλαίνε για το τι είχαν και τι έχασαν γινόταν θηρίο και έφευγε απ’ την παρέα τους. Το ίδιο καθεστώς επικρατούσε και στο σπίτι της. Κανένας δεν τολμούσε να νοσταλγήσει, να θυμηθεί. Σαν ο Γρηγόρης ξεκρέμαγε απ’ τον τοίχο τον ταμπουρά κι’ άρχιζε τον αμανέ με τα μάτια στραμμένα στην ανατολή κι’ όλοι οι γείτονες μεγάλοι και μικροί σώπαιναν και μαζευόταν γύρω του, η Στέλλια κρέμαγε έναν τρουβά στον ώμο της κι’ έφευγε μες’ το μούχρωμα λέγοντας πως του Αι Γιώργη τα καντήλια πάει να ανάψει.
Μόνο σαν έπεφταν για ύπνο και όλοι τους ησύχαζαν τότε μαλάκωνε το πρόσωπό της τους πλησίαζε σιγά- σιγά όλους τακτοποιούσε τα σκεπάσματά τους, τους χάιδευε τους φιλούσε και έβγαινε στην αυλή. Κι’ εκεί άφηνε τον εαυτό της να ξεσπάσει ,έβλεπε καρσί τα βουνά κι’ έκλαιγε χτυπώντας με τις γροθιές το στήθος της και έσκιζε με τα νύχια τα μάγουλά της μη ξέροντας ποιόν απ’ όλους να καταραστεί και ν’ αναθεματίσει….»
…………………………………………………………………………………………
Απ’το ίδιο άγραφο βιβλίο
«Δεν ήταν ούτε το φευγιό απ’ τη Μανησιά ούτε οι περιουσίες που χάθηκαν. Δόξαζε τον θεό που σώθηκε η οικογένειά του γιατί λίγες μέρες μετά τον ερχομό τους στη Μυτιλήνη ακούστηκαν τα μαντάτα για την καταστροφή κι’ ευθύς η καρδιά τους μαύρισε θαρρείς απ’ τον καπνό της Σμύρνης και θάμπωσαν τα μάτια τους απ’ το κλάμα αλλά αυτό που δεν μπορούσε ν’ αντέξει ήταν το φέρσιμο της μεγάλης του πατρίδας γιατί περίμενε-κι’ όχι μόνο αυτός – ότι αυτή η πατρίδα θα τον αγκάλιαζε,…. Τουλάχιστον από τύψεις……….
Κι αυτός δεν θα είχε καμιά απαίτηση απ’ αυτήν ούτε καν μια συγνώμη παρά μόνο έναν γλυκό λόγο. Αντί αυτό όμως………… Κι’ ούτε μιλιά για τυχοδιωκτισμούς ,για ξένο συμφέρον ,για μεγάλες δυνάμεις. Που και που χαμογελούσε πικρά κουνώντας το κεφάλι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του και φοβόταν πως σε κάποια καμπή του χρόνου αυτοί θα ήταν ικανοί να αρνηθούν, ότι έγινε καταστροφή, ακόμα και να αρνηθούν τον ρόλο των μεγάλων δυνάμεων»
…………………………………………………………………………………………..
επίλογος
«Κούνησε το κεφάλι της απότομα να ξεφύγει απ’ τις σκέψεις γιατί πολλά δεν της άρεσαν κι’ άλλα τόσα την πλήγωναν. Μια φορά ρώτησε τον πατέρα της γιατί τους φωνάζουν Τούρκους μα σαν είδε στα μάτια του τι πίκρα μαζεύτηκε δεν τόλμησε να ξαναρωτήσει.
Όταν τη φώναξε και η δασκάλα της Τουρκάκι δεν ξαναπάτησε στο σχολείο.»
Πηγή:Γιουκαλίλι





