Μια φουρά κι έναν κιρό ,ένας ξυλουκόπους νύχτουσι στου δάσους.Τι να φκιάς τώρα? Αρχίντσι να ψάχν που θα πιράς τ’νύχτα.Έψαξι,έψαξι... βρίκι μια σπηλία κι μπήκι μέσα. Μόοοολις έκαμι να κάτς,τι να ειδίιι? Μια αρκούδα!!
Απόμκι γριντιά απ’τ’λαχτάρα τ, τουν λύθκαν τα πουδάρια.!!!
-Μη φουβάσι τουν λέει η αρκούδα,δε θα σι πειράξου.
Τουν φίλιψι,τουν έστρουσι φτερις να κοιμθεί κι τουν καλυνίχτσι.
Σαν ξημέρουσι κι ήρθι η ώρα να φύγ’ τουν ρώτσι η αρκουδα.
-Ξημέρουσις καλά?
-Μια χαρά, λέει αυτός, μόνι που βρουμούσις.
Τι ήταν να του πέι? Αγρίιψι η αρκούδα κι τουν λέει:
- Πάρι του τσικούρ κι χτύπα μι μία στου πουδάρ.
- Θα μι φας δε συ χτυπάου ,λέει αυτός.
-Άμα δε μι χτυπήις θα σι φάου.
Τι να φκιάς,πήρι του τσικούρ,κι τ’δίν μια δυνατή, ν’αρχίντσαν τα αίματα.
-Φέγα τώρα. Τουν λέει η αρκουδα.
Πέρασι ένας χρόνους κι ανέφκι πάλι στου βουνό ου ξυλουκόπους.Ικί που έκουβι ένα δέντρου βλεπ μια αρκούδα να έρχιτι.
Ωχ! Ου μάυρους μ’λέει θα μι φάει τώρα.
Κοιτάζ καλά –καλά η αρκούδα δεν όρμηξι.
-Ισί ισι? Τ’ρουτάει.
-Ιγώ λέει αυτήν.
-Γέριψι του πουδαρ?
-Για τήρα να δειςριψι?
Τηράει ου ξυλουκόπους,νε σμάδ νε τίπουτα.
Μια χαρά ίσι τ’λεει,γέριψις.
-Του σμάδ απ’του τσικούρ γέριψι (λέει η αρκούδα) του σμάδ απ’του λόγου πού πις,δε γιρέβ.
Μετάφραση: Οι πληγές του σώματος κλείνουν,οι προσβολές όμως δεν ξεχνιούνται.





